επιγουνίδιος

επιγουνίδιος
ἐπιγουνίδιος, -ον (Α) [επιγουνίς]
(για βρέφος) αυτός που κάθεται πάνω στα γόνατα τής μητέρας, τής τροφού κ.λπ.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ἐπιγουνίδιον — neut nom/voc/acc sg ἐπιγουνίδιος upon the knee masc/fem acc sg ἐπιγουνίδιος upon the knee neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”